Χαρατσι 20% στο software, γονατιζει τις επιχειρησεις

Έντονη αναστάτωση έχει προκαλέσει στις επιχειρήσεις πληροφορικής η τροποποίηση του νέου κώδικα φορολογίας εισοδήματος, καθώς το ζήτημα της παρακράτησης φόρου 20% αφορά τελικά και τις άδειες λογισμικού και μάλιστα μόνο για πωλήσες που γίνονται εντός Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό οι πρώτες αντιδράσεις καταγράφονται με τον πλέον επίσημο τρόπο, με τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Πληροφορικής Βορείου Ελλάδος να επισημαίνει σε επιστολή του προς το Υπουργείο Οικονομικών ότι η συγκεκριμένη φορολόγηση θα επιβαρύνει σημαντικά τη ρευστότητα των εταιριών του κλάδου και θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση, σε μειώσεις προσωπικού και σε διακοπή των όποιων επενδύσεων. Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το ίδιο το ζήτημα της ερμηνείας του συγκεκριμένου νόμου (Ν.4172/2013) είναι ακόμη θολό, αφού το Υπουργείο δεν έχει προχωρήσει στις απαραίτητες διευκρινήσεις. Ωστόσο γεγονός είναι ότι το θέμα παρακράτησης φόρου που επιβάλλεται στις άδειες λογισμικού, καθώς αυτές θεωρούνται δικαίωμα (royalties) το οποίο παρέχεται για εμπορική εκμετάλλευση ή προσωπική χρήση, είναι το κυρίαρχο ζήτημα αυτήν την περίοδο στις επιχειρήσεις του κλάδου.

Καταρχήν, όπως τονίζει ο ΣΕΠΒΕ στην επιστολή του προς το Υπουργείο Οικονομικών, επειδή ο συντελεστής είναι επίπεδος (flat rate), υπάρχει πλήρης ανελαστικότητα του φόρου σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της επιχείρησης. Κατά συνέπεια όσο αυξάνει ο κύκλος εργασιών τόσο αυξάνει και ο παρακρατουμένος φόρος ως σύνολο. Ειδικά όμως σε μικρούς ή μεσαίους κύκλους εργασιών η παρακράτηση φόρου θα αναγκάσει την πωλήτρια εταιρεία να προσφύγει σε εξωτερικό δανεισμό, επιβαρύνοντας ουσιαστικά το κόστος του προϊόντος και κάνοντας την επιχείρηση μη ανταγωνιστική. Για παράδειγμα, αν ελληνική επιχείρηση διαθέσει λογισμικό σε επιχείρηση στην Ελλάδα αξίας 10.000 ευρώ θα εκδώσει φορολογικό στοιχείο αξίας 12.300 ευρώ (10.000 πλέον 23% Φ.Π.Α.). Από το ποσό αυτό, όμως, η πωλήτρια εταιρεία θα “εισπράξει” 10.300 ευρώ (10.000 ευρώ μείον παρακράτηση φόρου 20%, πλέον Φ.Π.Α. 23%). Και αυτό μάλιστα στην καλύτερη – αν και σπάνια για την εποχή που διανύουμε – περίπτωση που η εξόφληση γίνει μετρητοίς και όχι με πίστωση. Τι σημαίνει αυτό; Ότι το χρηματοδοτικό κενό θα πρέπει να καλυφθεί με τραπεζικό δανεισμό. 

Επιπλέον, επισημαίνεται το πραγματικά παράδοξο φαινόμενο η συνολική παρακράτηση να ξεπερνά ακόμα και την αξία αυτού καθαυτού του προϊόντος! Για παράδειγμα, εάν θεωρήσουμε ότι έχουμε 3 έστω μεταπωλήσεις (από τον κατασκευαστή στον διανομέα, από εκεί στον μεταπωλητή και από εκεί στον τελικό πελάτη) που είναι ένα εξαιρετικά συνηθισμένο σενάριο, η προσθήκη ενός μικτού περιθωρίου κέρδους της τάξεως του 30%, ανεβάζει τη συνολική παρακράτηση στο 80% της αρχικής αξίας! Επομένως, εάν σε αυτό το σύνηθες σενάριο αυξηθεί έστω και λίγο το περιθώριο κέρδους (κάτι απολύτως αναμενόμενο αφού πλέον κάθε πωλητής θα υπολογίζει το “χαράτσι” του 20%), ή προστεθεί ένας ακόμη κύκλος μεταπώλησης, η παρακράτηση φόρου θα ξεπεράσει το 100% της αρχικής αξίας…

Παράλληλα, μέσω αυτής της πρακτικής, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι υπάρχει εξαιρετικά υψηλός κίνδυνος αύξησης των τιμών του software. Μόνο και μόνο λόγω της παρακράτησης, απαιτείται μικτό περιθώριο 25% για να μην είναι ζημιογόνα κάθε πώληση κατά την αρχική φάση της!

Και φυσικά, όλα αυτά, χωρίς να συνυπολογίζουμε:
– Τη μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εταιρειών
– Το γεγονός ότι η αγορά software από το εξωτερικό θα είναι (πολύ) φθηνότερη, ενώ με δεδομένο ότι πρόκειται για κάτι άυλο, θα είναι και εξαιρετικά εύκολη
– Το ότι η φορολόγηση θα πραγματοποιείται σε έσοδα που δεν θα εισπραχθούν παρά μόνο τον επόμενο χρόνο
– Το ότι είναι πολύ πιθανό να προκύψει κάποια εμπλοκή κατά την απόδοση της παρακράτησης 
– Το ενδεχόμενο ο αγοραστής να μην αποδώσει το 20% προς το κράτος, αφήνοντας σε δύσκολη (όσο και “θολή”) θέση τον πωλητή
– Το γεγονός ότι οι κύκλοι πληρωμών είναι ήδη πολύ άσχημοι, προσεγγίζοντας τους 6 μήνες (προς τους προμηθευτές του εξωτερικού κυμαίνονται από 15 έως 60 μέρες)

Αυτό που επισημαίνουν οι εταιρείες λογισμικού είναι πως αν τελικά η διάταξη ισχύσει ως έχει, θα απομυζήσει και την ελάχιστη ρευστότητα που έχει απομείνει στην αγορά. Φυσικά δεν λείπει και η εύλογη ανησυχία σχετικά με την δυνατότητα του κράτους να επιστρέψει στο τέλος του χρόνου τον παρακρατηθέντα φόρο του 20%. Γιατί με δεδομένη την καθυστέρηση που υπάρχει στην επιστροφή του ΦΠΑ προς τις επιχειρήσεις (το ποσό φτάνει στα 811,9 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων) κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος σχετικά με την ικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του απέναντι στις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Το BizTech.gr χρησιμοποιεί συνδέσεις Vodafone Internet 4Sharing για να σας φέρνει πάντα πρώτο κάθε εξέλιξη.