13 C
Athens
21/01/2021
Biztech

MacBook Air: Το iPhone των PCs

Δεν χρειάστηκε μεγάλο διάστημα από τη στιγμή που ανακοίνωσε η Apple τη μετάβαση στη νέα αρχιτεκτονική Apple Silicon για να βγουν τα πρώτα συστήματα στην αγορά. Κατόπιν διαπραγματεύσεων με την iSquare, ένα από τα πρώτα Air που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα ήρθε στα χέρια μας… για 4 ημέρες. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς τα ακόλουθα αποτελούν μια πρώτη γεύση και το λεπτομερές review θα ακολουθήσει μόλις υπάρχει η δυνατότητα.


Ας ξεκινήσουμε με ένα μίνι flashback στο 2005. Ο Steve Jobs στη σκηνή, στη διάρκεια του WWDC, αναφέρεται στις μεταβάσεις που έχει πραγματοποιήσει η Apple και πιο συγκεκριμένα για την αλλαγή από τους επεξεργαστές της Motorola 68k στους Power PC, αλλά και τη μετάβαση από το Mac OS 9, στο Mac OS X. Ο τρόπος με τον οποίο προετοιμάζει την ανακοίνωση είναι πραγματικά εξαιρετικός. Αναφέρεται στο ότι έχει υποσχεθεί ένα Mac Pro με συχνότητα λειτουργίας τα 3GHz, αλλά και ένα notebook, το οποίο θα έχει μέσα τον G5. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει γίνει δυνατόν. Προχωρά αναφέροντας ότι, ενώ έχουν στο pipeline αρκετά ενδιαφέροντα μηχανήματα με Power PC επεξεργαστή, παρατηρώντας το roadmap των επεξεργαστών αυτών δεν αντιλαμβάνεται πώς θα μπορέσουν να υλοποιήσουν τα μηχανήματα που έχουν οραματιστεί. Και σε αυτό το σημείο ανακοινώνει τη μετάβαση στους επεξεργαστές Intel, οι οποίοι συνδύαζαν απόδοση και χαμηλή κατανάλωση. Το κοινό ξεσπά σε χειροκροτήματα και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Fast Forward τώρα στο WWDC 2020, ένα τελείως διαφορετικό event χωρίς κοινό, ελέω πανδημίας ο Tim Cook ανακοινώνει τη μετάβαση από την αρχιτεκτονική της Intel στην τεχνολογία Apple Silicon. Η παρουσίαση – αν και λιγότερο χαρισματική – είναι εξίσου αποτελεσματική. Περιγράφει μια διαδικασία (οι αλλαγές αρχιτεκτονικής) που είναι «business as usual» στην Apple, που έχουν όμως ένα και μόνο στόχο: τη δημιουργία καλύτερων Mac. Ο βασικότερος λόγος για την μετάβαση είναι ο συνδυασμός απόδοσης και κατανάλωσης των νέων επεξεργαστών, που στηρίζονται βέβαια στους επεξεργαστές που συναντάμε εδώ και χρόνια στο iPhone και στο iPad. Η Apple κατάφερε να κάνει scale up την αρχιτεκτονική της, ώστε να μπορεί να καλύψει ένα notebook, ενώ η Intel εξακολουθεί να παράγει επεξεργαστές που απαιτούν απίστευτη ενέργεια για να έχουν την αντίστοιχη απόδοση. Και όταν δημιουργεί chips με χαμηλότερη κατανάλωση, η απόδοση πάει… περίπατο.

Οι πρώτες εντυπώσεις

Εξωτερικά δεν έχει αλλάξει τίποτα στο Macbook Air που κυκλοφόρησε το 2018. Εξακολουθεί και παραμένει ένα πολύ λεπτό μηχάνημα, με εξαιρετική ποιότητα κατασκευής. Οι θύρες παραμένουν 2 USB-C συμβατές με Thunderbolt και USB 4. Έχω πολλές φορές ακούσει παράπονα για τον αριθμό των θυρών, τα οποία για να είμαι ειλικρινής δεν κατανοώ. Το βασικό θέμα σε ένα notebook είναι η φορητότητα και η ταχύτητα. Τι πιο απλό λοιπόν από το να έχω να αποσυνδέσω 1 καλώδιο (το οποίο καταλήγει σε ένα hub) και να πάρω το notebook μου και να συνεχίσω να εργάζομαι σε όποιο χώρο επιλέξω εγώ; Ακόμα και το βασικό μου notebook, που διαθέτει ό,τι θύρα μπορείτε να φανταστείτε έχει επάνω ένα dongle USB-C, το οποίο αφαιρώ και απλά το παίρνω και φεύγω (η λεπτομέρεια εδώ είναι ότι έχω δεύτερο τροφοδοτικό σπίτι γιατί η μπαταρία είναι σχεδόν διακοσμητική).

Περνώντας στο κομμάτι της οθόνης, βάσει προδιαγραφών είναι βελτιωμένη υποστηρίζοντας το χρωματικό χώρο DCI – P3, παρέχοντας σημαντικότερα μεγάλη γκάμα χρωμάτων κάτι που εκτιμάται από όσους ασχολούνται με την εικόνα.

Το αρχικό setup ολοκληρώθηκε πολύ γρήγορα, καθώς σαν διαδικασία δεν έχει αλλάξει από τα προηγούμενα μοντέλα. Ξεκίνησα την εγκατάσταση των βασικών μου εφαρμογών, ώστε να μπορέσω να το χρησιμοποιήσω ως το βασικό μου σύστημα. Η μόνη διαφοροποίηση ήταν όταν για πρώτη φορά εμφανίστηκε το μήνυμα από το Rosetta 2 που με ενημέρωνε ότι η εφαρμογή που εγκατέστησα δεν ήταν native και ότι θα έτρεχε σε περιβάλλον emulation. Αυτό ήταν όλο. Κατόπιν, μπορούσα να εγκαταστήσω και να διαχειριστώ τα πάντα όπως γνώριζα. Ή σχεδόν έτσι, γιατί μέσα από το Store είχα πρόσβαση και στις εφαρμογές iPhone/iPad που είχα στις αντίστοιχες συσκευές (τουλάχιστον όσες έχουν κάνει διαθέσιμες οι κατασκευαστές τους). Την πρώτη ημέρα συνέδεσα πάνω του (χωρίς να το φορτίζω) το USB Dongle πάνω στο οποίο είναι συνδεδεμένα το G513 πληκτρολόγιο της Logitech, το Corsair Dark Core mouse και η AOC U2790 27 ανάλυσης 4K. Προφανώς έχοντας όλες αυτές τις συσκευές να τραβάνε ρεύμα από τον υπολογιστή, η μπαταρία ναι μεν άντεξε, αλλά προφανώς δεν είχε την προβλεπόμενη διάρκεια. Τον φορτιστή δεν μπήκα στη διαδικασία να τον βγάλω καν από το κουτί του. Στην περίπτωση του Air  ένας φορτιστής κινητού αρκεί. Μάλιστα υπάρχουν μοντέλα με περισσότερα Watt από αυτόν που περιλαμβάνεται στο κουτί.

Τη δεύτερη ημέρα χρήσης αποφάσισα να το χρησιμοποιήσω χωρίς να του φορτώσω επιπλέον συσκευές και προφανώς χωρίς να το συνδέσω στον φορτιστή. Η ημέρα ξεκίνησε στις 8:30, πραγματοποιώντας όλες τις εργασίες που είχα, αλλά και δοκιμάζοντας iOS gaming, video editing με το Da Vinci Resolve σε 4K, ακόμη και compilation με το Android Studio, το οποίο δεν το λες και βελτιστοποιημένο για τη νέα αρχιτεκτονική. Το MacBook Air δεν «προβληματίστηκε» σημαντικά πουθενά, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα χαρακτηριστικό που το είχα ξεχάσει τα τελευταία χρόνια: απόλυτη ησυχία. Και πώς θα μπορύσε να ήταν αλλιώς, αφού δεν υπάρχει ανεμιστήρας. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο μεγάλη διαφορά είναι αυτό σε σχέση με το βασικό μου notebook που κάθε τρεις και λίγο νομίζω ότι θα απογειωθεί όταν μπαίνουν μπροστά οι ανεμιστήρες του. Έχουν μείνει επικές οι συζητήσεις μας με τον Αντώνη, ο οποίος θεωρεί ότι το laptop μου ήταν… χαλασμένο εξαρχής.

Το Air με αυτό τον τρόπο χρήσης συνέχισε απτόητο και η μπαταρία του όταν έφυγα από το γραφείο κατά τις 4:00 δεν είχε φτάσει ούτε στο 60%. Συνέχισα να το χρησιμοποιώ και για το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης μέρας και δεν χρειάστηκε να πλησιάσω τον φορτιστή.

Είχα λοιπόν στα χέρια μου ένα μηχάνημα, το οποίο μπορούσε να καλύψει τις καθημερινές μου ανάγκες, ενώ ανά πάσα στιγμή μου επιτρέπει τη δυνατότητα να επεξεργαστώ εικόνες και video με ταχύτητα και αμεσότητα άξια θαυμασμού. Προφανώς δεν είναι το ισχυρότερο σύστημα του κόσμου, αλλά σίγουρα μπορείς να το χρησιμοποιείς σε καθημερινή βάση για σχεδόν οτιδήποτε, χωρίς να αισθανθείς ότι σε δυσκολεύει σε κάτι.

Οι εγγενείς εφαρμογές ανοίγουν πραγματικά αστραπιαία, ενώ ακόμα και στις πιο δύσκολες περιπτώσεις η ταχύτητα ήταν περισσότερη από αξιοπρεπής. Και μιλάμε για το απολύτως bare minimum μηχάνημα με 8GB μνήμης, 7 πυρήνες στη GPU και 256GB αποθηκευτικό χώρο. Και όλα αυτά με κόστος 1.179 ευρώ. Βέβαια, αν θελήσεις να αλλάξεις τα specs – κάτι που μπορεί να γίνει μόνο στη φάση της παραγγελίας, καθώς εκ των υστέρων δεν υπάρχει τρόπος παρέμβασης – πρέπει να βάλεις πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη. Αυτό εξακολουθεί και παραμένει ένα σημείο τριβής, καθώς το ίδιο σύστημα στην full extra έκδοση με 16GB μνήμης και 2TB σκληρό δίσκο αγγίζει τα 2.500 ευρώ, μεγάλο ποσό, το οποίο όμως δεν απέχει από Premium notebooks, με τα οποία μπορεί να συγκριθεί το Air.

Είναι όλα ρόδινα;

Η εύκολη απάντηση είναι «προφανώς και όχι». Το σύστημα έχει μειονεκτήματα, τα οποία όμως είναι κατά βάση… αρρώστιες νεότητας. Πολλές εφαρμογές iOS δεν είναι βελτιστοποιημένες για να τρέξουν στο περιβάλλον του Mac, ενώ κατά βάση ο χρήστης αναζητά σε πολλές περιπτώσεις την αφή. Η Apple έχει κάνει σημαντική δουλειά στην προσπάθεια μετάφρασης της αφής σε πληκτρολόγιο και trackpad με πολύ καλά αποτελέσματα. Αλλά και πάλι θέλει δουλειά από τους developers, ώστε να ομαλοποιηθεί η εμπειρία ανεξαρτήτως συστήματος.

Από την άλλη, το Rosetta 2 λειτουργεί ικανοποιητικά σε μεγάλο βαθμό, μολονότι υπάρχουν πιο δύστροπες εφαρμογές, οι οποίες αρνούνται να συνεργαστούν. Και αυτό όμως είναι κάτι που αντιμετωπίζεται. Όσο ενημερώνονται οι εφαρμογές τα πράγματα αναμένεται να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο.

Ένα ακόμη σημείο που μπορεί να αναφερθεί ως μειονέκτημα είναι η ότι πλέον δεν υπάρχει η δυνατότητα να τρέξουν εγγενώς Windows στα νέα Mac με Apple Silicon. Αν κάποιος χρειάζεται αυτή τη δυνατότητα σίγουρα θα δυσκολευτεί αρκετά. Λύσεις αναμένονται τόσο από την εταιρεία Parallels ή μέσω της χρήσης Crossover Mac της Codeweavers, το οποίο λειτουργεί ήδη σε ικανοποιητικό βαθμό. Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα νέα Mac μπορούν να τρέξουν χωρίς πρόβλημα τα Windows 10 on ARM, αλλά προς το παρόν δεν είναι ενεργοποιημένη η αντίστοιχη δυνατότητα λόγω του μοντέλου αδειοδότησης της εν λόγω έκδοσης των Windows 10. Αν αυτό αλλάξει, δεν θα υπάρχει τίποτα που να εμποδίζει κι αυτή τη λειτουργία. Ήδη υπάρχουν αρκετοί που έχουν περιγράψει τον τρόπο εγκατάστασης.

Αν πρέπει να σημειώσω ένα στοιχείο το οποίο με προβλημάτισε, ήταν το recovery του συστήματος. Όταν το χρησιμοποίησα για να αφαιρέσω το λογαριασμό μου από τον υπολογιστή, βρέθηκα μπροστά στο ακόλουθο μήνυμα: «An error occurred while preparing the update. Failed to personalize the software update. Please try again».

Αρχίζοντας την αναζήτηση ανακαλύπτω ότι στην περίπτωση που σβήσεις τον δίσκο στη διαδικασία αυτή υπάρχει η περίπτωση να μην μπορείς να χρησιμοποιήσεις το Mac OS Recovery. Η συμπεριφορά αυτή δεν ίσχυε στους x86 Macs, οπότε με κάποιο τρόπο πιστεύω ότι η διαδικασία αυτή θα έπρεπε να ήταν πιο ξεκάθαρη.

Υπάρχουν πολλές οδηγίες για την επαναφορά του συστήματος, από τις οποίες όμως σχεδόν καμία από αυτές δεν λειτούργησε, ούτε από το command line ούτε από εξωτερικό δίσκο. Ο μόνος τρόπος για να επανέλθει το σύστημα ήταν η χρήση του Apple Configurator, μιας εφαρμογής που παρέχεται δωρεάν από το App Store. Βέβαια για να λειτουργήσει αυτή η διαδικασία υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: χρειάζεσαι ένα δεύτερο Mac! Συνδέεις τον Mac M1 με καλώδιο USB-C to USB-C ή USB-C to USB-A ανάλογα με το τι θύρα έχει το δεύτερο Mac. Το Mac M1 πρέπει να μπει σε DFU Mode (με συνδυασμό πλήκτρων) και τότε ξεκινά το download του firmware στο δεύτερο Mac. Η όλη εμπειρία οφείλω να πω ήταν αρκετά τραυματική και μου θύμισε τις εποχές που κάναμε jailbreak στα iPhone. Αυτό είναι ένα σημείο που μάλλον θα το ήθελα να το δω να αλλάζει στο μέλλον. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να δει περισσότερες πληροφορίες εδώ: https://support.apple.com/en-us/HT211983.

Το παρόν και το μέλλον του computing

Έχουν ακουστεί πολλά για τα νέα MacBook και πολλά από αυτά σίγουρα είναι στον χώρο της υπερβολής. Όμως δεν πρέπει να γελιέται κανείς. Η αλλαγή που πραγματοποιεί η Apple είναι σημαντική και δεν αφορά μόνο στην αρχιτεκτονική του επεξεργαστή. Η εταιρεία έχει απόλυτο έλεγχο πλέον τόσο στο hardware όσο και στο software και μπορεί να τα εξελίσσει σε πλήρη αρμονία, όπως ακριβώς έχει κάνει και στο iPhone και στο iPad. Κανένας χρήστης αυτών των συσκευών δεν ασχολείται με τον επεξεργαστή ή τη μνήμη της συσκευής του, αλλά με την εμπειρία και την υποστήριξη που του παρέχει η Apple. Κατά πόσο αυτό θα ισχύσει και στον χώρο των notebooks και των PCs μένει να το δούμε, αν και θα πόνταρα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί, καθώς η Apple μάλλον κατάφερε να φτιάξει το iPhone των PCs.

Νίκος Τηλιακός


ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Επεξεργαστής: Apple M1 chip 8-core CPU με 4 performance cores και 4 efficiency cores, 7-core GPU, 16-core Neural Engine.
Οθόνη: 13,3’’LED-backlit Retina display με τεχνολογία IPS, ανάλυση 2560x1600p, 227ppi
Σκληρός δίσκος: 256GB SSD
RAM: 8GB unified memory
Θύρες: 2 Thunderbolt / USB 4 με υποστήριξη φόρτισης, DisplayPort, Thunderbolt 3, USB 3.1 Gen 2
Κάμερα: 720p FaceTime HD camera
Τροφοδοσία: 30W USB-C Power Adapter, 49,9 watt-hour μπαταρία πολυμερών λιθίου
Πληκτρολόγιο/TrackPad: Backlit Magic keyboard, Force Touch trackpad
Touch ID: Ναι
Ασύρματη επικοινωνία: 802.11ax Wi-Fi 6, Bluetooth 5.0
Λειτουργικό σύστημα: macOS Big Sur
Χρώματα: Gold, Silver, Space Grey
Βάρος: 1,29 Kg

Κατασκευαστής: Apple, www.apple.com
Διάθεση: iSquare, www.isquare.gr
Τιμή: € 1.179

Σχετικά άρθρα

H Nokia μονοπωλεί την αγορά των Windows Phone

dmallas

Η Globo παρουσίασε τα οφέλη των mobile apps για τις επιχειρήσεις

Kitriniaris

«Top Performer Partner» της IBM η Cosmos Business Systems

Giorgos Athanassiadis

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία χρήσης. Αποδοχή Περισσότερα