$1,1 δις θα πληρωσει η Ericsson για υποθεσεις δωροδοκιας

Η Ericsson συμφώνησε να πληρώσει συνολικά 1,06 δις δολάρια στην αμερικανική κυβέρνηση για να διευθετήσει υπόθεση διαφθοράς, αφού παραδέχτηκε ότι έχει καταβάλει εκατομμύρια σε δωροδοκίες, παραποιώντας παράλληλα τα λογιστικά της στοιχεία στο διάστημα μεταξύ 2000 και 2016.

Οι δωροδοκίες αυτές καταβλήθηκαν στο πλαίσιο προσπαθειών να κερδηθούν συμβάσεις με κυβερνητικούς οργανισμούς σε τουλάχιστον πέντε χώρες όπως η Κίνα, το Βιετνάμ και το Τζιμπουτί, ενώ επιπλέον, πολλά εκατομμύρια καταβλήθηκαν σε συμβούλους σε τουλάχιστον δύο χώρες για να δημιουργήσουν «αόρατα» κεφάλαια που θα χρησιμοποιούνταν για τον ίδιο σκοπό.

Μία από τις θυγατρικές της εταιρείας, η Ericsson Egypt Ltd, δήλωση ένοχη στη Νότια Περιφέρεια της Νέας Υόρκης για την κατηγορία της συνομωσίας και την παραβίαση των διατάξεων περί δωροδοκίας. Η παραδοχή της ενοχής, μπορεί να επιφέρει πρόσθετες αυστηρές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της ανάκλησης των αδειών, αλλά η εταιρεία μπορεί να διαπραγματευτεί για να εξασφαλίσει ότι θα συνεχίσει τη δραστηριότητά της.

 

Στο πλαίσιο της συμφωνίας διακανονισμού με την αμερικανική κυβέρνηση, η εταιρεία συμφώνησε να καταβάλει πρόστιμο ύψους 520 εκατομμυρίων δολαρίων, καθώς επίσης και επιπλέον 540 εκατομμύρια δολάρια στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Επίσης, στο πλαίσιο της συμφωνίας περιλαμβάνεται τριετής εποπτεία. Εάν η Ericsson συμμορφωθεί με τους όρους της εποπτείας που περιλαμβάνει συνεργασία σε σχετικές έρευνες και ανεξάρτητους ελέγχους, το Υπουργείο Δικαιοσύνης θα πάψει την ποινική δίωξη της εταιρείας και θα αποσύρει τις κατηγορίες.

 

«Κάποιοι υπάλληλοι σε ορισμένες αγορές, μερικοί από τους οποίους ήταν στελέχη στις αγορές αυτές, ενήργησαν με κακή πίστη και εν γνώσει τους απέτυχαν να εφαρμόσουν επαρκείς ελέγχους», δήλωσε ο CEO της Ericsson Borje Ekholm. «Θεωρώ ότι αυτό που συνέβη είναι ένα εντελώς απαράδεκτο και εξαιρετικά ενοχλητικό κεφάλαιο στην ιστορία της εταιρείας μας».

Επίσης, σημείωσε ότι η εταιρεία εφαρμόζει πλέον ένα πολύ ισχυρό πρόγραμμα συμμόρφωσης, διαθέτοντας πρόσθετους πόρους και αναδιοργανώνοντας τη διαδικασία αξιολόγησης των ισχυρισμών περί παραπτωμάτων, ενισχύοντας την παρακολούθηση και εισάγοντας εργαλεία αναλύσεων για τον καλύτερο εντοπισμό και πρόληψη συναλλαγών υψηλού κινδύνου.

Related Posts