Το μοντελο της διασπασης στην πληροφορικη δεν ειναι πανακεια

Στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, αρκετές από τις μεγάλες εταιρείες πληροφορικής όπως είναι η ΗΡ, η Oracle, η SAP και η Dell άρχισαν να επιδίδονται σε μία σειρά από εξαγορές αξίας πολλών δις δολαρίων. Η δικαιολογία που έδιναν σε επενδυτές, αναλυτές και δημοσιογράφους ήταν ότι επιδιώκουν να είναι εταιρείες που θα μπορούν να προσεγγίζουν μεγάλους εταιρικούς πελάτες και να είναι σε θέση να τους προσφέρουν όλη τη γκάμα των προϊόντων και υπηρεσιών που χρειάζονται για να καλύψουν τις ανάγκες τους όσον αφορά τις πληροφοριακές υποδομές τους.

Η κίνηση της αμερικανικής ΗΡ να ανακοινώσει ότι προχωρά στη διάσπαση της εταιρείας (σ.σ. στην Hewlett – Packard που θα ασχολείται με τις εταιρικές λύσεις και την ΗΡ που θα διαχειρίζεται τους προσωπικούς υπολογιστές και τους εκτυπωτές) αποτελεί, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, μία ένδειξη ότι η περίοδος του αποκαλούμενου one stop shop ετοιμάζεται να παρέλθει και ότι είναι πλέον η εποχή των εταιρειών που εξειδικεύονται σε έναν τομέα. Και υποστηρίζουν ότι δεν είναι τυχαίο ότι και άλλες εταιρείες, όπως π.χ. η Symantec επιλέγουν να χωριστούν στα δύο.

Η πραγματικότητα είναι πως δεν υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν που η διάσπαση μίας εταιρείας αποδείχθηκε να έχει οφέλη και για τα δύο νέα σχήματα που δημιουργήθηκαν. Και αυτό γιατί ενώ το αρχικό πλάνο της διάσπασης έθετε ως απαράβατο όρο να υπάρχουν συνεργασίες και συνέργιες μεταξύ των δύο εταιρειών, τελικώς αυτό δεν συνέβαινε. Σημειωτέον πως οι περισσότερες από τις μεγάλες εταιρείες πληροφορικής (σ.σ. με μόνες εξαιρέσεις ενδεχομένως την Dell και την Oracle) δεν έχουν 1-2 βασικούς μετόχους αλλά έναν τεράστιο αριθμό επενδυτών που ελέγχει πολύ μικρά ποσοστά μετοχών. Άρα, η εκάστοτε διοίκηση και το διοικητικό συμβούλιο είναι εκείνο που καθορίζει τη στρατηγική και τις συνεργασίες. Και σε πολλές περιπτώσεις, υπάρχουν και προσωπικά θέματα που επηρεάζουν τις καταστάσεις.

Ουσιαστικά, αυτό που πρέπει να τονισθεί είναι πως η διάσπαση θα εξελιχθεί μεν στην επόμενη τάση για την αγορά των ψηφιακών τεχνολογιών αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και πανάκεια. Από την άλλη, βέβαια, δημιουργεί μεγαλύτερη ευελιξία σε έναν οργανισμό, κάτι πάρα πολύ σημαντικό αν αναλογιστεί κανείς την ταχύτητα με την οποία “τρέχουν” οι εξελίξεις στο χώρο των ψηφιακών τεχνολογιών και τον αριθμό των μικρών ανταγωνιστών που κάνουν διαρκώς την εμφάνιση τους επιδιώκοντας να αλλάξουν το στάτους κβο. Και πολλές φορές πετυχαίνουν απόλυτα αυτόν τον στόχο τους.

Η διάσπαση απαιτεί κορυφαία ηγεσία και στις δύο νέες εταιρείες που θα δημιουργηθούν και το κυριότερο απαιτεί να ολοκληρωθεί σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα προκειμένου να μην υπάρχουν αναταράξεις στο εσωτερικό και ειδικά όσον αφορά στους εργαζομένους. Γενικότερα, είναι μία διαδικασία που θέλει ιδιαίτερη προσοχή.

Από την άλλη πλευρά, σε πολλές περιπτώσεις είναι μία διαδικασία που μπορεί να σώσει εταιρείες. Ιδίως εκείνες που μεγάλωσαν τόσο πολύ που έχουν αποκτήσει γραφειοκρατικές διαδικασίες που συναγωνίζονται εκείνες του ελληνικού Δημοσίου. Εκεί, χρειάζεται ένα γερό ταρακούνημα προκειμένου η εταιρεία –ή οι εταιρείες που θα προκύψουν- να επανέλθει στις βάσεις από τις οποίες ξεκίνησε και την οδήγησαν στην επιτυχία. Μόνο που η διαδικασία του ταρακουνήματος σίγουρα δεν θα είναι εύκολη.

Δημήτρης Μαλλάς