Ο ταχυτερος server στον κοσμο χτυπα την IBM (και την ΗΡ)

Ο “κοιμώμενος γίγαντας”, Sun Microsystems, όχι μόνο ξύπνησε από τον λήθαργο των τελευταίων 4 χρόνων περίπου, αλλά βρυχάται κιόλας! Η Oracle που αποτελεί τον ιδιοκτήτη της πλέον, μπορεί να υπερηφανεύεται ότι διαθέτει τον ταχύτερο server στον κόσμο, έχοντας ήδη καταρρίψει 17 παγκόσμια ρεκόρ.

Πριν από λίγες ημέρες, η Oracle προχώρησε σε μία τεράστιας σημασίας ανακοίνωση, τόσο για την ίδια και το τμήμα hardware που έχει αποκτήσει χάρει στην εξαγορά της Sun, όσο και για την ίδια την αγορά, εάν φυσικά επιβεβαιωθούν και στην πράξη -όπως ήδη φαίνεται άλλωστε- οι ισχυρισμοί της.

Συγκεκριμένα, η Oracle ανακοίνωσε μία νέα σειρά servers της οικογένειας SPARC, μία ριζική ανανέωση πρακτικά, με μοντέλα που τοποθετούνται στο mid-range και στο high-end κομμάτι της αγοράς. Πρόκειται για τους νέους SPARC Τ5 και Μ5, οι οποίοι τρέχουν (τι άλλο;) το λειτουργικό Solaris.

Τα μοντέλα της σειράς Τ5 αποτελούν τη mid-range πρόταση της εταιρείας και βασίζονται στον ομώνυμο επεξεργαστή SPARC T5, ο οποίος σύμφωνα με την Oracle (αλλά και τις μετρήσεις μέχρι στιγμής), είναι ο ταχύτερος στον κόσμο!
Στις σχετικές συγκρίσεις, τα στελέχη της εταιρείας εστίασαν στην ΙΒΜ (σπανίως αναφέρονταν η HP και πρακτικά καθόλου οποιοσδήποτε άλλος ανταγωνιστής), παρουσιάζοντας στοιχεία όπως το ότι o SPARC T5-8 είναι ο ταχύτερος (single) server για βάση δεδομένων Oracle αλλά και για το αντίστοιχο middleware, με δείκτη τιμής/απόδοσης, 12 φορές καλύτερο από την αντίστοιχη λύση της IBM, τον Power 780.

Σε ειδική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη, είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε από κοντά με στελέχη της Oracle, αλλά και να δούμε λεπτομέρειες ως προς την, ομολογουμένως εντυπωσιακή, ανακοίνωση της εταιρείας.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Steve Furniss (διακρίνεται δεξιά στη φωτογραφία), αντιπρόεδρος της Oracle και επικεφαλής για τις πωλήσεις hardware στην περιοχή της EECIS (Ανατολική Ευρώπη και χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης): “Πολλοί αναρωτιόντουσαν τι κάναμε τα τελευταία χρόνια. Είχαμε πεθάνει; Η απάντηση είναι ότι ετοιμάζαμε τη νέα επανάσταση στο ΙΤ. Και αυτό χρειάζεται χρόνο για να το σχεδιάσεις και να το υλοποιήσεις“.

Οι στόχοι μετά από μία τέτοια ανακοίνωση είναι πιεστικοί και… τεράστιοι. Ο Mark Hurd ανέφερε στους υφισταμένους του (πρόεδρος της Oracle και μεταγραφή “μεγατόνων” από την ΗΡ) ότι ούτε λίγο, ούτε πολύ, περιμένει market share της τάξεως του… 100%, προφανώς θεωρώντας εξαιρετικά μεγάλη τη διαφορά του hardware της Oracle με αυτό του ανταγωνισμού.

Παρά το γεγονός ότι οι νέοι servers απευθύνονται σε μεσαία και υψηλά τμήματα της αγοράς (πρακτικά, υψηλά και πολύ υψηλά για τα ελληνικά δεδομένα), η Oracle θα χρησιμοποιήσει και το δίκτυο συνεργατών της όπως κάνει πάντα, κάτι που σημαίνει ότι θα υπάρχει η δυνατότητα και για το κανάλι να διαφοροποιηθεί.

Η διαφοροποίηση, δεν έρχεται μόνο μέσα από τις επιδόσεις, αλλά και από κάποια σημαντικά χαρακτηριστικά των νέων servers, με σημαντικότερο ίσως αυτό του “zero-overhead virtualization“. Αυτό σημαίνει ότι οι δυνατότητες virtualization που είναι ενσωματωμένες (μέσω του Oracle VM server) στους νέους servers, δεν επιβαρύνουν τις επιδόσεις του συστήματος, καθώς οι νέοι SPARC έχουν σχεδιαστεί εξ αρχής ως ενιαία λύση hardware-software και όχι απομονωμένα.
Σε αυτήν τη δυνατότητα, προσθέστε και τη “σχεδόν μηδενικού κόστους” όπως ισχυρίζεται η Oracle, ενοποιημένη διαχείριση συστημάτων (μέσω του Enterprise Manager Ops Center 12c), και έχετε στα χέρια σας μία ιδιαίτερα ολοκληρωμένη λύση.

Τέλος, εξαιρετικά σημαντικό είναι και το γεγονός ότι το Solaris καλύπτεται από εγγύηση συμβατότητας σε επίπεδο δυαδικού κώδικα. Αυτό σημαίνει ότι οι παλιές εφαρμογές θα “τρέχουν” χωρίς πρόβλημα στα νέα συστήματα (σε κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις θα υπάρχει και η βοήθεια της Oracle). Βέβαια, αυτό που έχει σημασία, είναι το κατά πόσον οι εφαρμογές ανταγωνιστικών συστημάτων (κυρίως των AIX και HP-UX) θα μπορούν να λειτουργούν σε Solaris, αφού η Oracle “γλυκοκοιτάει” την υπάρχουσα εγκατεστημένη βάση. Σύμφωνα με τα στελέχη της εταιρείας, τα UNIX-based λειτουργικά συστήματα έχουν αυξημένα κοινά χαρακτηριστικά, και επομένως εάν μία εταιρεία διαθέτει τις αντίστοιχες δεξιότητες, δεν θα έχει ιδιαίτερο πρόβλημα να μεταφέρει τις εφαρμογές της στους νέους SPARC, εκμεταλλευόμενη όλα τους τα πλεονεκτήματα και τις επιδόσεις τους.

Related Posts