Πειρατικο λογισμικο: Κινδυνοι, ελεγχοι και κυρωσεις

Το πειρατικό λογισμικό αποτελεί μια μεγάλη μάστιγα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως. Εκτός από τους μεγάλους κινδύνους για την ασφάλεια των δεδομένων και την λειτουργία του υπολογιστή, ενέχει και πολύ σοβαρές κυρώσεις για όποιον διανέμει πειρατικό λογισμικό. Για το θέμα αυτό μιλήσαμε με την κα Ειρήνη Χρονοπούλου device sales manager της Microsoft Hellas.

 


 

Τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, προστατεύονται με βάση τον Ελληνικό Νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993).

Η πώληση, η εγκατάσταση αλλά και η προσφορά προς πώληση, η εμπορία, η διανομή και η εν γένει χρήση μη αδειοδοτημένου λογισμικού της Microsoft προσβάλει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας της Microsoft και ενέχει σοβαρούς νομικούς, οικονομικούς κινδύνους και κινδύνους ασφαλείας τόσο για τους μεταπωλητές, όσο και για τους τελικούς χρήστες.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι με ποιον τρόπο πραγματοποιούνται οι σχετικοί έλεγχοι στους συνεργάτες της Microsoft, οι οποίοι προσφέρουν προς πώληση μη νομίμως αδειοδοτημένο λογισμικό. Η κα Χρονοπούλου μας ανέφερε ότι από τη μία πλευρά πραγματοποιούνται διοικητικοί έλεγχοι από το ΣΔΟΕ, ενώ ελέγχους πραγματοποιεί και η ίδια Microsoft. Ας τα δούμε ποιο αναλυτικά:

 

Διοικητικοί έλεγχοι 

Το πολύ υψηλό ποσοστό πειρατείας λογισμικού στη χώρα μας (63%) έχει οδηγήσει στην έντονη ενεργοποίηση του κρατικού μηχανισμού αφού η τόσο υψηλή πειρατεία κοστίζει μεγάλα ποσά στο κράτος τα οποία θα εισπράττονταν από την άμεση και την έμμεση φορολογία σε περίπτωση που υπήρχαν αγορές προγραμμάτων, ενώ επιπλέον οδηγεί σε μείωση των θέσεων εργασίας και αποτρέπει την τοποθέτηση κεφαλαίων και επενδύσεων στον τομέα του λογισμικού. Χαρακτηριστικά, εντός του ΣΔΟΕ έχει δημιουργηθεί ειδικό τμήμα διανοητικής ιδιοκτησίας και ηλεκτρονικού εμπορίου, το οποίο διενεργεί αιφνίδιους διοικητικούς ελέγχους για τη διαπίστωση χρήσης/εμπορίας μη αδειοδοτημένου λογισμικού. Το ΣΔΟΕ επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο 1.000€ για κάθε ένα πρόγραμμα που εντοπίζεται χωρίς άδεια. Αν δεν καταβληθεί ανεπιφύλακτα το διοικητικό πρόστιμο, ασκείται αυτεπάγγελτα ποινική δίωξη και μάλιστα με την αυτόφωρη διαδικασία. Στην περίπτωση, δε, που το σύνολο του μη αδειοδοτημένου λογισμικού υπερβαίνει τον αριθμό των 50 αντιγράφων η υπόθεση παραπέμπεται ούτως ή άλλως στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξαρτήτως της καταβολής του διοικητικού προστίμου. Επιπλέον, τα αποτελέσματα του διοικητικού ελέγχου αποστέλλονται στη Microsoft μέσω του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΟΠΙ), προκειμένου να ασκήσει τις αποζημιωτικές αξιώσεις της κατά των παραβατών.

 

Έλεγχοι εκ μέρους της Microsoft 

Η Microsoft, έχει το δικαίωμα να λάβει δικαστική εντολή χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του φερόμενου ως παραβάτη και να εισέρχεται χωρίς προειδοποίηση στις εγκαταστάσεις του (κεντρικές εγκαταστάσεις, αποθήκες, υποκαταστήματα και κάθε χώρο που χρησιμοποιεί προς εκτέλεση των εργασιών του) προκειμένου να διαπιστώσει την προσβολή των δικαιωμάτων της. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η κα Χρονοπούλου, τη συγκεκριμένη διαδικασία έχει διενεργήσει πολλές φορές η Microsoft, έχοντας προβεί στις παρακάτω ενέργειες:

 

  Απογραφή των εγκατεστημένων προγραμμάτων που περιέχονται τόσο σε υπολογιστές όσο και σε άλλα μέσα που βρίσκονταν εντός των εγκαταστάσεων των ελεγχομένων ,

•  Καταγραφή και φωτογράφιση όλων των εγγράφων ή/και αντικειμένων που βρίσκονταν στην κατοχή των ελεγχομένων και μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συνιστούν μέσο, απόδειξη ή προϊόν της προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας της Microsoft όπως είναι λ.χ. τα πιστοποιητικά αυθεντικότητας, τα εγχειρίδια χρήσης και το υποστηρικτικό υλικό, οι υλικοί φορείς (CD, DVD, USB, δισκέτες) κ.α.

  Λήψη αντιγράφων όλων των τιμολογίων, προσφορών και δελτίων αποστολής αγοράς αλλά και πώλησης των προϊόντων Microsoft αποκτώντας έτσι πρόσβαση στο σύνολο του πελατολογίου προς το οποίο οι ελεγχόμενοι έχουν προσφέρει προς πώληση/ πωλήσει μη αδειοδοτημένο λογισμικό.

 

Σε ότι αφορά τις κυρώσεις η κα Χρονοπούλου ήταν σαφής: «Τα τελευταία χρόνια έχει διενεργηθεί πλήθος απροειδοποίητων ελέγχων εκ μέρους της Microsoft. Οι έλεγχοι αυτοί και η διαπίστωση προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας της Microsoft επισύρουν βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις έναντι των ελεγχομένων, καθώς και την επιβολή διοικητικών προστίμων στην περίπτωση των ελέγχων που διενεργούνται από το ΣΔΟΕ.  Χαρακτηριστικά ο προσβολέας (τελικός χρήστης/διανομέας μη αδειοδοτημένου λογισμικού) υποχρεούται σε αποζημίωση ίση με το διπλάσιο της τιμής αγοράς των προϊόντων λογισμικού, ποσό στο οποίο προστίθεται και η ηθική βλάβη του δικαιούχου, ενώ ο νόμος προβλέπει επίσης ποινή φυλάκισης έως 10 έτη και υψηλές χρηματικές ποινές. Σε αυτό, δε, το ποσό προστίθεται και το ποσό του διοικητικού προστίμου (1.000€/παράνομο αντίγραφο) σε περίπτωση που ο έλεγχος έχει διενεργηθεί από το ΣΔΟΕ».

 

Κυρώσεις δεν υφίστανται όμως μόνο οι πωλητές, αλλά και οι πελάτες. Έτσι, η διαπίστωση, προσφοράς προς πώληση ή/και διανομής μη αδειοδοτημένου λογισμικού εκθέτει επίσης και τους πελάτες των ελεγχομένων στον κίνδυνο να διενεργηθεί έλεγχος και έναντι αυτών, οπότε και θα αναγκαστούν να καταβάλλουν αντίστοιχες υψηλές αποζημιώσεις και την επιβολή διοικητικών προστίμων (σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργηθεί από το ΣΔΟΕ) με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία του ελεγχόμενου.

 

Πρόγραμμα μυστικού επισκέπτη

Τα τελευταία χρόνια, η Microsoft έχει διενεργήσει καμπάνιες για την αύξηση της ευαισθητοποίησης και της γνώσης των συνεργατών της σε ζητήματα πειρατείας και αδειοδότησης, ενώ έχει εντείνει τόσο τα Mystery Shopper Visits (επισκέψεις μυστικού πελάτη) όσο και τα Test Purchases (δοκιμαστικές αγορές).

Τα προγράμματα αυτά έχουν σχεδιαστεί προκειμένου να παρακολουθείται και να ελέγχεται η αγορά του λογισμικού, ώστε να εντοπιστούν οι μεταπωλητές που προσφέρουν προς πώληση ή/και πωλούν μη αδειοδοτημένο ή/και παραποιημένο λογισμικό στους πελάτες τους.

 

Η κα Χρονοπούλου μας εξηγεί: «Σε αυτό το πλαίσιο επισκεπτόμαστε ανώνυμα μεταπωλητές λογισμικού της Microsoft, μικρού και μεγάλου μεγέθους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο ή/και διαθέτουν φυσικά καταστήματα και οι οποίοι απευθύνονται στους καταναλωτές ή σε επιχειρήσεις, σε όλη τη χώρα, για τον εντοπισμό τυχόν παράνομης προσφοράς και διάθεσης μη αδειοδοτημένων ή/και παραποιημένων προϊόντων Microsoft. Οι ερευνητές ενεργούν ως τυπικοί πελάτες/υποψήφιοι αγοραστές προϊόντων, ούτως ώστε να διαπιστωθεί εάν οι μεταπωλητές προβαίνουν σε προσφορές πώλησης προϊόντων, οι οποίες είναι σύμφωνες με το Νόμο και τους σχετικούς κανόνες αδειοδότησης και διάθεσης των προϊόντων Microsoft. Στους παραβάτες περιλαμβάνονται: εταιρείες που πωλούν καινούργιους ή/και ανακατασκευασμένους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες επισκευής και format ηλεκτρονικών υπολογιστών, εταιρείες προσφέρουν προς πώληση ή/και εγκατάσταση μη νομίμως αδειοδοτημένο λογισμικό της Microsoft κ.λπ».

 

Συμβουλές προς τους συνεργάτες

Σε ερώτησή μας σχετικά με το τι θα πρέπει να προσέχουν οι συνεργάτες της Microsoft αναφορικά με τη διάθεση γνήσιου λογισμικού και τις άδειες χρήσης που μεταπωλούν, η κα Χρόνοπουλου μας απάντησε ότι οι μεταπωλητές θα πρέπει κατ’ αρχήν να ελέγχουν το δίκτυο προμηθευτών τους, ώστε να προμηθεύονται γνήσιο λογισμικό της Microsoft, το οποίο θα διαθέσουν περαιτέρω στους τελικούς χρήστες.

Επίσης, μας ενημέρωσε ότι τα τελευταία χρόνια η Microsoft έχει ενδυναμώσει τα προγράμματα μυστικού επισκέπτη και δοκιμαστικών αγορών (Test Purchases) ενώ έχει ταυτόχρονα εντείνει και τους απροειδοποίητους ελέγχους στο κανάλι της (raids).

 

Έχει διαπιστωθεί ότι πολλοί μεταπωλητές προμηθεύονται «φθηνό λογισμικό» από αμφιλεγόμενες πηγές (συνήθως online, από το εσωτερικό ή από το εξωτερικό) σε πολύ χαμηλές τιμές, το οποίο ακολούθως μεταπωλούν σε τιμές πολύ χαμηλότερες της συνήθους τιμής μεταπώλησης. Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι στις εν λόγω περιπτώσεις οι αντίστοιχοι μεταπωλητές συνήθως προμηθεύονται και ακολούθως μεταπωλούν αυτόνομα πιστοποιητικά αυθεντικότητας (standalone COAs) ή ακόμη και αυτόνομα κλειδιά ενεργοποίησης (Standalone Product Keys).

Κάτι τέτοιο παραβιάζει ευθέως τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας της Microsoft και επισύρει τις παραπάνω βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις, ενώ θέτει τους πελάτες των εν λόγω μεταπωλητών σε αντίστοιχους νομικούς κινδύνους, εκθέτοντάς τους και σε κινδύνους ασφαλείας.

 

Ειδικότερα, τα πιστοποιητικά αυθεντικότητας (COA) δεν πρέπει ποτέ να πωλούνται, να αποστέλλονται ή να αγοράζονται ξεχωριστά, χωρίς να είναι επικολλημένα σε έναν υπολογιστή ή χωρίς να πωλούνται μαζί με κάποιο σχετικό λογισμικό της Microsoft (είτε πλήρως συσκευασμένο προϊόν είτε λογισμικό OEM της Microsoft που αποκτάται από κατασκευαστές συστημάτων). Αντίστοιχα τα μεμονωμένα Κλειδιά Ενεργοποίησης (Standalone Product Keys) τα οποία προσφέρονται προς πώληση στο διαδίκτυο μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι αντικείμενο κλοπής ή ότι έχουν ενεργοποιηθεί από περισσότερους τους ενός χρήστες.

 

Οι μεταπωλητές οφείλουν να γνωρίζουν άριστα την αδειοδοτική και εμπορική πολιτική της Microsoft σχετικά με όλα τα προϊόντα της (προεγκατεστημένα προγράμματα, πακέτα λιανικής, προγράμματα συμβολαίου) προκειμένου να κατευθύνουν καταλλήλως τους υποψήφιους αγοραστές ανάλογα με τις ανάγκες τους. Θα πρέπει λοιπόν πάντοτε να συμβουλεύονται τους επίσημους ιστοτόπους της Microsoft (και όχι τρίτων μερών) όπως τον ιστότοπο https://www.microsoft.com/el-gr/howtotell/default.aspx, ώστε να επιβεβαιώνουν τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν το γνήσιο λογισμικό.

 

Καταλήγοντας σημειώνει: «Ενδεικτικά σας αναφέρω ότι στους υπολογιστές στους οποίους έχουν προεγκατασταθεί νεότερες εκδόσεις των Windows (Windows 8/Windows 10) θα πρέπει να υπάρχει τοποθετημένη η ετικέτα γνήσιου λογισμικού της Microsoft (Genuine Microsoft Label – GML). Στις παλαιότερες εκδόσεις των Windows στο μηχάνημα του η/υ που φέρει προεγκατεστημένα Windows θα πρέπει να υπάρχει επικολλημένο το αντίστοιχο πιστοποιητικό αυθεντικότητας (COA).

Η ορθή προώθηση των προϊόντων της Microsoft είναι καίριας σημασίας τόσο για την καταπολέμηση της πειρατείας, όσο και για την αποφυγή επιβολής κυρώσεων σε βάρος των επιχειρήσεων που προσφέρουν προς πώληση ή διανέμουν μη ορθώς αδειοδοτημένο λογισμικό. Η Microsoft βρίσκεται πάντοτε στη διάθεση όλων των συνεργατών της προκειμένου να συνδράμει στον εμπλουτισμό των γνώσεών τους και στην εμβάθυνσή στην αδειοδότηση των προϊόντων της».

 

Τι πρέπει να γνωρίζει ένας μεταπωλητής για τους ανακατασκευασμένους υπολογιστές;

Το πρόγραμμα Microsoft Registered Refurbisher (RRP), αλλά και το πρόγραμμα Microsoft Authorized Refurbisher (MAR) έχουν σχεδιαστεί για εκείνες τις περιπτώσεις, όπου ένας ήδη μεταχειρισμένος η/υ, ο οποίος έχει παροπλιστεί, έχει αποκατασταθεί λειτουργικά ώστε να είναι κατάλληλος να αποκτηθεί από νέο χρήστη και να «φορτωθεί» εκ νέου με γνήσιο λογισμικό της Microsoft (Refurbished PC).

Στην περίπτωση του προγράμματος της Microsoft «Commercial Registered Refurbisher Program» (Commercial RRP) υπάρχουν λοιπόν τρία στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να διασφαλίσει κανείς ότι το λειτουργικό σύστημα της Microsoft, το οποίο τυχόν διαθέτει προεγκατεστημένο ο εν ανακατασκευασμένος η/υ, είναι νομίμως αδειοδοτημένο στην περίπτωση που ο υπολογιστής πωλείται με λειτουργικό σύστημα διαφορετικό από αυτό με το οποίο αρχικά διατέθηκε στην αγορά (π.χ. είχε αρχικά διατεθεί με Windows XP και μετά την ανακατασκευή του διατίθεται με Windows 10):

 

1. Θα πρέπει να υπάρχουν επικολλημένα στο σώμα του ανακατασκευασμένου υπολογιστή δύο πιστοποιητικά αυθεντικότητας, δηλαδή τόσο το αρχικό πιστοποιητικό, με το οποίο πωλήθηκε ο υπολογιστής κατά την αρχική αγορά του καθώς και ένα ειδικά σχεδιασμένο πιστοποιητικό αυθεντικότητας για ανακατασκευασμένους υπολογιστές. Στο ειδικά σχεδιασμένο COA για ανακατασκευασμένους υπολογιστές αναγράφεται ένας σειριακός αριθμός, η έκδοση των Windows στην οποία αφορά, καθώς και η δήλωση «For Use on Refurbished PC Only», ενώ το εν λόγω πιστοποιητικό αυθεντικότητας θα πρέπει να είναι επικολλημένο στο μηχάνημα του υπολογιστή με μόνιμο τρόπο.

 

2. Η έκδοση των Windows, η οποία είναι εγκατεστημένη στον ανακατασκευασμένο υπολογιστή θα πρέπει να ταυτίζεται με το προϊόν, το οποίο αναγράφεται επί του ειδικά σχεδιασμένου πιστοποιητικού αυθεντικότητας (COA) για ανακατασκευασμένους υπολογιστές.

 

3. Αναλόγως με το πρόγραμμα για ανακατασκευασμένους υπολογιστές της Microsoft (Microsoft Refurbisher Program), ο χρήστης μπορεί να λαμβάνει μαζί με κάθε υπολογιστή, ένα Recovery Media Pack ή ένα hard disk recovery image, το οποίο έχει δημιουργηθεί από τον Refurbisher. Το Recovery Media Pack περιέχει ένα DVD ανάκτησης, το οποίο διαθέτει ολόγραμμα και λεπτή θήκη για CD ως εξωτερική συσκευασία.

Related Posts